Ολοένα και χειρότερη γίνεται η κατάσταση με την υπογεννητικότητα στην πατρίδα μας. Αν, ως Έλληνες, δεν λάβουμε σοβαρά μέτρα, τότε με μαθηματική ακρίβεια σε λίγα μόλις χρόνια, θα αποτελούμε μειονότητα στην ίδια μας την χώρα.

Κάθε γενιά για να αναπαραχθεί χρειάζεται κατ’ ελάχιστον 2.1 (δείκτης γεννητικότητας) παιδιά κατά μέσο όρο ανά γυναίκα: η ελληνική οικογένεια γεννά 1-1.3.
Πλέον όλοι ότι οι περισσότερες γεννήσεις αφορούν άτομα αλλοδαπής προέλευσης. Αν αναλογιστούμε πως εκατομμύρια των μουσουλμάνων που έχουν κατακλύσει την χώρα μας, κάνουν από 4-5 παιδιά, τότε ο θάνατος του έθνους είναι εγγύτερα από ποτέ άλλοτε.
Ο εθνικός ιστός θα διαρραγεί μια και καλή, η αλλοίωση της γλώσσας μας θα είναι δεδομένη, και οι γάμοι με άτομα διαφορετικής εθνικής προέλευσης θα μετρέψει την Ελλάδα μια πολυπολυτισμική κοινωνία όπως οι ΗΠΑ. Μόνο που οι ΗΠΑ δεν ήταν ποτέ Εθνος.
Τι αναφέρει έρευνα

Δραματική αριθμητική ανατροπή φαίνεται πως πυροδότησε για τον πληθυσμό της Ελλάδας η οικονομική κρίση, που πλήττει από το 2010 τη χώρα με την συρρίκνωση των γεννήσεων, την αύξηση των θανάτων και την αρνητική μετανάστευση να αναδεικνύουν το δημογραφικό της χώρας σε μέγα εθνικό θέμα.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΕΛΣΤΑΤ, μόνο το διάστημα 2011-2017 ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε κατά 355.000 ανθρώπους και αν το πρόβλημα δεν αντιμετωπισθεί με την υπευθυνότητα που απαιτείται για το «νούμερο 1» εθνικό πρόβλημα, ο πληθυσμός της Ελλάδας, το 2050, μόλις που θα αγγίζει τα 10 εκατομμύρια ανθρώπων. Κι ακόμη χειρότερα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Eurostat, το 2080, με 7,2 εκατομ. ανθρώπους, η Ελλάδα θα αποτελεί το μικρότερο (σσ. και επισφαλέστερο (;)) τμήμα της ΕΕ.
Η έρευνα με τίτλο «Ο πληθυσμός της Ελλάδας υπό διωγμόν», που υπογράφει η νομικός Ήρα Έμκε- Πουλοπούλου, διδάκτορας του πανεπιστημίου του Παρισιού, μέλος της Ακαδημίας Επιστημόνων της Νέας Υόρκης και αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Δημογραφικών Μελετών, υπό την αιγίδα της οποίας, τελεί η έκδοση, είναι «κραυγή αγωνίας».
«Στόχος του βιβλίου είναι να αποδείξει ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης μεγάλα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού βρίσκονται «υπό διωγμόν», υφίστανται, δηλαδή, συστηματική υποβολή σε ταλαιπωρίες, που έχουν οδηγήσει ή θα καταλήξουν στο μέλλον στην απομάκρυνσή τους από την Ελλάδα, από την οικογένειά τους, από τη δουλειά τους, από τους φίλους τους, ακόμη και από τη ζωή» σημειώνει χαρακτηριστικά η ίδια στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και συμπυκνώνει το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας ως εξής:
Οι δημογραφικοί δείκτες εξελίσσονται με βραδύ ρυθμό και βελτιώνονται με ακόμη βραδύτερο. Αν, όμως, η στρατηγική που έχει ως στόχο την αύξηση των γεννήσεων, την επιβράδυνση του ρυθμού γήρανσης, τον περιορισμό της αποδημίας, δεν εφαρμοστεί ΤΩΡΑ, τα προβλήματα του πληθυσμού θα εκδικηθούν εκείνους που τα αγνοούν!.
Στην έκδοση των 734 σελίδων, «προϊόν έρευνας τριών χρόνων», που φιλοξενεί αποκωδικοποιώντας δεκάδες στατιστικούς πίνακες της ΕΛΣΤΑΤ και της EUROSTAT και εικονογραφείται από το σκωπτικό πενάκι του Σπύρου Ορνεράκη, παρατίθεται λεπτομερειακή χαρτογράφηση του ελληνικού πληθυσμού, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις κατά καιρούς οικονομικο-πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες από το 1828 έως σήμερα, αλλά κυρίως την περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Η κ. Έμκε – Πουλοπούλου εξηγεί ότι το δημογραφικό εμφανίστηκε στη δεκαετία του ΄80, επομένως προϋπήρχε της κρίσης, αλλά επιδεινώθηκε κατά τη διάρκειά της, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της Ελλάδας να μειώνεται, να αλλοιώνεται και να γερνάει με ταχύτερο από τον αναμενόμενο ρυθμό.
«Οι απογραφές αποκάλυψαν ότι έως και τις αρχές του 21ου αι. ο πληθυσμός της χώρας αυξανόταν διαρκώς, ακόμα και στις ανώμαλες περιόδους, που γνώρισε το ελληνικό έθνος» λέει και συνεχίζει:
Για παράδειγμα, το 1828, πριν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η Ελλάδα «μετρούσε» 753.000 ανθρώπους, οι οποίοι το 2011 έφτασαν τους 10,9 εκατομμμύρια. Το 2011 αντιστοιχούσαν 104 γυναίκες σε 100 άνδρες και στην περίοδο 1951-2011 μειώθηκε στο μισό ο πληθυσμός των νέων 0-14 χρόνων (από 28,8% σε 14,5%) και σχεδόν τριπλασιάστηκε η αναλογία των ηλικιωμένων στον πληθυσμό (από 6,7% σε 19,5%). Αλλά, στην περίοδο της κρίσης, ο ρυθμός γήρανσης επιταχύνεται. Η μέση ηλικία του πληθυσμού από 30 έτη το 1951 φτάνει τα 43,5 το 2014!.
Επιπλέον, την περίοδο 2001-2011 καταγράφεται μικρή μείωση στους άγαμους και στους έγγαμους, αυξάνεται σημαντικά ο αριθμός των διαζευγμένων και λιγότερων των χήρων/χηρών, ενώ παρατηρείται μεγάλη αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών, μικρότερη αύξηση των νοικοκυριών 2-3 ατόμων και μείωση των νοικοκυριών 4 ατόμων. Είναι, δε, εντυπωσιακή η μείωση των πολύτεκνων οικογενειών.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, την περίοδο 2011-2016, οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις κατά 115.479 άτομα (γεννήσεις 692.592 / θάνατοι 808.071). Η μικρή αύξηση των γεννήσεων (κατά 1.051 παιδιά), που καταγράφηκε το 2016 οφείλεται κατά 77% σε γεννήσεις από γυναίκες πρόσφυγες, που δεν θα μείνουν στην Ελλάδα. Σε έξι χρόνια, δε, χάθηκαν πολύ περισσότερα άτομα από τις γεννήσεις ενός έτους (π.χ. το 2016, 93.698 γεννήσεις).
Έως το 2010, οι άνθρωποι που έρχονταν στην Ελλάδα ήταν περισσότεροι από εκείνους που την εγκατέλειπαν. Η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα (2018) η χώρα, εκτός από την υπεροχή των θανάτων έναντι των γεννήσεων, οφείλεται στο φαινόμενο της «αρνητικής μετανάστευσης», γεγονός που έχει ως συνέπεια τη μείωση του ελληνικού πληθυσμού, κάθε χρόνο, σε απόλυτο αριθμό.
Τα στοιχεία που παρατίθενται στην ογκώδη έκδοση οδηγούν στο σχεδόν αδιαπραγμάτευτο συμπέρασμα πως ό,τι κατάφερε με κόπο η Ελλάδα να κερδίσει στα χρόνια της «ευμάρειας», όταν -έτσι κι αλλιώς- τα νέα ζευγάρια δύσκολα έπαιρναν την απόφαση για 2ο και 3ο παιδί, το έχασε μέσα στα οκτώ χρόνια της κρίσης! Το δημογραφικό από εθνικό θέμα εξελίχθηκε σε εφιάλτη.
Όπως αναφέρει η ερευνήτρια, για το θέμα των αιτίων και των επιπτώσεων των δημογραφικών εξελίξεων, οι παράγοντες για τη δυσμενή εικόνα του πληθυσμού είναι πολλοί, αλλά:
Πρωταρχική θέση κατά τη διάρκεια της κρίσης κατέχει η ανεργία, η επισφαλής απασχόληση και η μείωση του οικογενειακού εισοδήματος. Μετά το 2013 παρατηρείται μείωση της ανεργίας με ταυτόχρονη μείωση της πλήρους απασχόλησης και αύξηση της μερικής. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι καταργούνται οι «καλές» θέσεις εργασίας με ικανοποιητικό μισθό, εξασφάλιση και εργασιακά δικαιώματα, ενώ αυξάνονται οι «ευέλικτες μορφές απασχόλησης», ανασφάλιστες με πολύ χαμηλούς μισθούς και ενίοτε απαράδεκτες συνθήκες εργασίας.
Ως εκ τούτου, η αύξηση της ανεργίας των νέων ανδρών και γυναικών και η απασχόληση σε δυσβάστακτο περιβάλλον αποτελούν αιτία μείωσης της γαμηλιότητας και της γεννητικότητας και αύξηση της αποδημίας, γιατί όσοι της υφίστανται, κυρίως όσοι έχασαν τη δουλειά τους, δεν αποφασίζουν να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά και όσοι έχουν προσόντα επιλέγουν τη μετανάστευση».
Η κ. Έμκε – Πουλοπούλου χτυπάει τον κώδωνα κινδύνου. «Το δημογραφικό πρόβλημα θα επιδεινωθεί» τονίζει και εξηγεί: «Η εντυπωσιακή μείωση των γεννήσεων, η γήρανση του πληθυσμού και η εκτόξευση της αποδημίας θα καταλήξουν σε μεγάλη συρρίκνωση του πληθυσμού της χώρας μας και σε αύξηση της αναλογίας των ηλικιωμένων. Θα αυξάνεται ο πληθυσμός άνω των 65 ετών σε βάρος των ηλικιών 0-14».
Στο ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει αντιστροφή της δημογραφικής… κατρακύλας της χώρας, η ερευνήτρια απαντά:
Πρόκειται για μία εν μέρει μη αναστρέψιμη πραγματικότητα. Η επί 40 χρόνια χαμηλή γονιμότητα έχει δημιουργήσει μια μικρότερη αριθμητικά γενιά γυναικών. Ακόμα κι αν οι γυναίκες αυτές αποκτήσουν περισσότερα παιδιά, θα είναι δύσκολο ο αριθμός των γεννήσεων να ξεπεράσει τον αριθμό των θανάτων. Εξάλλου, θα πρέπει να περάσουν 25-30 χρόνια, ώστε η αύξηση των γεννήσεων να δημιουργήσει τη γενιά, που θα ενταχθεί στην αγορά εργασίας και με την απασχόληση και τις εισφορές της στο ασφαλιστικό σύστημα να συμβάλει στη στήριξή του. Μέχρι ν΄ αρχίσει να εργάζεται αυτή η γενιά, θα χρειαστούν επιπλέον δαπάνες ιδιωτικές και δημόσιες για την ανατροφή και την εκπαίδευσή της.
Το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας έχει τρεις ουσιαστικές πτυχές. Πτυχές που σχετίζονται με την συρρίκνωση του ελληνικού πληθυσμού, την δραματική αύξηση της εισροής (λαθρο)μεταναστών και προσφύγων στη χώρα μας και την ανησυχητική μείωση της φυσικής κίνησης του πληθυσμού.
Εδώ στο ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ αναφερόμαστε συνεχώς για τον κίνδυνο της μετανάστευσης από την Μ. Ανατολή
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, την περίοδο 1990-2016 εισήλθαν στη χώρα μας σχεδόν 2.400.000 μετανάστες, οι περισσότεροι των οποίων προήλθαν από μουσουλμανικές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής. 
Αίσθηση προκαλεί η διαπίστωση ότι την περίοδο 1990-2016, οι μουσουλμάνοι που κατοικούν στη χώρα μας γεννούσαν κατά μέσο όρο 10.000 νεογνά (μωρά) το χρόνο. Μετά το 2010 οι συνολικές γεννήσεις του μουσουλμανικού πληθυσμού τείνουν να υπερβούν τα 20.000 νεογνά το χρόνο. Η μουσουλμανοποίηση της ελληνικής κοινωνίας είναι πασιφανής και αδιαμφισβήτητη. 
Η δραματική συρρίκνωση του ελληνικού πληθυσμού που παρατηρείται μετά το 2011 και το φαινόμενο της ισλαμοποίησης του ελληνικής κοινωνίας, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα που με μαθηματική βεβαιότητα οδηγεί στον μουσουλμανικό μετασχηματισμό της χώρας.
Ασκητής για τη «βόμβα» του δημογραφικού: Αν δεν υπήρχαν οι μετανάστες στην Ελλάδα ο πληθυσμός θα ήταν ήδη 8 εκατ.
Ως το νούμερο ένα πρόβλημα της Ελλάδας χαρακτήρισε την υπογεννητικότητα ο νευρολόγος – ψυχίατρος, πρόεδρος του Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας, Θάνος Ασκητής.
«Το έχουμε υποτιμήσει το πρόβλημα» είπε ο κ. Ασκητής μιλώντας στο ΘΕΜΑ 104,6.
Όπως εξήγησε για να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο της υπογεννητικότητας θα έπρεπε ο μέσος όρος γεννήσεων να είναι της τάξης των 2,3 παιδιών. «Σε διαφορετική περίπτωση θα φτάσουμε τα 7 εκατ. πληθυσμού στην Ελλάδα την προσεχή 30ετια».
Κατά τον κ. Ασκητή στην Ελλάδα υπάρχει και πρόβλημα υπογονιμότητας καθώς, όπως είπε, 500.000 ζευγάρια δεν μπορούν να κάνουν παιδιά. «Κατά 20% φταίνε οι άνδρες, κατά 20% οι γυναίκες και κατά 40% ο ψυχολογικός παράγοντας για ζευγάρια που έχουν μειώσει πολύ την σεξουαλική ζωή» εξήγησε ο ειδικός.
«Οι νέοι άνθρωποι δεν βλέπουν την ανάγκη να αφήσουν πίσω τους ένα παιδί γιατί η οικονομική κρίση το έχει επιδεινώσει πολύ αυτό επειδή οι άνθρωποι ζορίζονται οικονομικά. Γιατί θυμάστε ότι τη δεκαετία του ’70 οι οικογένειες έκαναν 3 και 4 παιδιά» πρόσθεσε ο κ. Ασκητής.
Κατά τη δική του εκτίμηση αν δεν υπήρχαν και οι μετανάστες «θα ήμασταν ήδη κάτω από τα 8 εκατομμύρια».
«Δεν είμαι αισιόδοξος ότι μπορούμε να πούμε στα παιδιά εύκολα ότι θα μεγαλώσετε και θα κάνετε οικογένεια αν σκεφτούμε ότι οι νέοι μεγαλώνουν με ένα λαπτοπ στο χέρι και τα κορίτσια βλέπουν την καριέρα που της προσφέρουν ανάπτυξη» παρατήρησε ο Θάνος Ασκητής προσθέτοντας ότι «δυστυχώς η πολιτεία δεν το αντιμετώπισε σοβαρά».
«Αν θέλουμε να κάνουμε παιδιά πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε στο βαθμό της οικογένειας από τους γονείς που πολλές φορές είναι κακό παράδειγμα π.χ. με διαζύγια» κατέληξε ο ειδικός νευρολόγος-ψυχολόγος.