Κυριακή 13 Αυγούστου 2017

Toυ Αναστασίου Θεοδωρίδη.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ....
Όσίου Έφρα
μ το Σύρου (306-373 μ.Χ.)
Π
ς γ λάχιστος κα μαρτωλς φραίμ, κα πλήρης πλημμελημάτων, θά μπορέσω ν διηγηθ τ πρ τν δύναμή μου!
λλ’ πειδ Σωτρ δι τς εσπλαχνίας Του τος γραμμάτους Σοφίαν δίδαξε, κα δι’ ατν τος πανταχο πιστος κατεφώτισε, θά νδυναμώσει κα τν γλσσα μας πρς φέλεια κα οκοδομή, κα μο το λέγοντος κα πάντων τν κροατν.
Θ
σς μιλήσω μ δύνας, κα θ επω μ στεναγμούς, περ τς συντέλειας το κόσμου τούτου, κα περ το ναιδεστάτου κα φοβερο Δράκοντος, ποος πρόκειται ν ταράξει λη τν π τν Οραν κτίση, κα ν βάλει δειλία, κα διαφορία, κα φοβερή πιστία στίς καρδίες τν νθρώπων, κα ν κάμει τέρατα κα σημεα κα φόβητρα, στε, ἐὰν μπορέσει, ν πλανήσει κα τος κλεκτούς, κα ν πατήσει λους δι ψευδν σημείων, κα δι φανταστικν τεράτων, π ατο γενομένων.
Διότι κατ
παραχώρηση το γίου Θεο λαμβάνει ξουσία ν’ πατήσει τν κόσμο, διότι πληθύνθει σέβεια το κόσμου, κα παντο διάφορα κακ πράττονται. Κα πειδ ο νθρωποι θέλησαν ν πομακρυνθον π το Θεο κα ν’ γαπήσουν τν Πονηρό, δι τοτο χραντος Δεσπότης παραχώρησε ν δοκιμασθον δι πνεύματος ποπλανήσεως.
Μεγάλος ε
ναι γώνας, δελφοί, περισσότερο στος πιστούς, κατ τος καιρος κείνους, ταν γίνωνται σημεα κα τέρατα πό το Δράκοντος μέ πολλή ξουσία• ταν πάλι δείχνει τόν αυτό του ς Θε δι φοβερν φαντασμάτων, κα πταται στν έρα, κα λοι ο Δαίμονες σηκώνονται στν έρα, σαν γγελοι, μπρός στόν Τύραννο• διότι φωνάζει με πολλή δύναμη, λλάσσων μορφές, κα κφοβίζων περβολικά λους τούς νθρώπους• τότε, δελφοί, ποιός θά βρεθε χυρωμένος, κα σάλευτος, ἐὰν δν χει τ σημεο στήν ψυχή του, δηλαδ τν γία Παρουσία το Μονογενος Υο το Θεο μν;
Ποι
ς μπορε ν ποφέρει, λα σα, τότε θ συμβον;
Τ
ν περίγραπτη θλίψη σ κάθε ψυχή, πο δν θ παρηγορεται, οτε θ πάρχει γαλήνη σ Γ κα θάλασσα. λος κόσμος θ συνταράσσεται κα καθένας θ φεύγει ες τ ρη κα λλς θ πεθαίνει π πείνα κα λλος θ λειώνει σν τ κερί, π τν πολλ θλίψη κα κανες δν θ μπορε, ν τος σώσει. Κα λοι μ δάκρυα στ μάτια κα διακα πόθο, θ ρωτον ν μάθουν, μήπως κάπου, κούγεται κα κηρύττεται λόγος το Θεο. Κα κούει «πουθενά». Ποιός, μπορε , τότε ν πομείνει τν φόρητη θλίψη; Τότε, ο λαοί, π λα τ σημεα τς Γς, θ τενίζουν τν Ορανό, προσμένοντας βοήθεια, ν, θ βλέπει, πολλο ν προσκυνον μπροστά τους τν Τύραννο κα ν κράζουν μ τρόμο, τι «Σ εσαι Σωτρας μας». Κα θ βλέπει Θάλασσα ν ταράζεται, Γ ν ξεραίνεται, ο Ορανο ν μν βρέχουν, τ φυτ ν μαραίνονται. Κα ο π τν νατολ θ ρχονται στν Δύση χοντας πολ φόβο, κα πάλι ο π Δυσμς θ πηγαίνουν πρς τν νατολ μ τρόμο ψυχς. δ ναιδς λαβών τότε τν ξουσία θ ποστείλει Δαίμονα σ λη τν Γ κα θ κηρύττει μ θάρρος, τι Βασιλες μέγας φάνει μετ δόξης, “ λτε ν τν δετε”.
Ποι
ς εναι κενος, πού χει δαμάντινη ψυχή, στε ν ποφέρει γενναία λα ατ τ σκάνδαλα; Ποιός, στε ν τν μακαρίσουν λοι ο γγελοι; γώ, φιλόχριστοι κα τέλειοι δελφοί, φοβήθηκα πολύ, μ τ ν νθυμομαι τν Δράκοντα, κα σκέπτομαι πόση θλίψη θ πάρχει τότε. Διότι Δράκοντας, ντίχριστος, εναι μολυσμένος κα φοβερς γι τος νθρώπους κα μάλιστα γίνεται πι πικρός, σ σους μπορον ν περνικον τ φαντάσματά του. 
Διότι τότε θ
βρεθον πολλο εάρεστοι στν Θεό, δυνάμενοι ν σωθον στ ρη, κα στ βουνά, κα στος ρημους τόπους, μετ πολλν δεήσεων κα περβολικν δακρύων.
Διότι
γιος Θεός, βλέποντας τά πολλά τους δάκρυα, κα τήν ελικρινή Πίστη τους, θά δείξει τήν γάπη Του κα τ λεός Του, σν φιλόστοργος Πατέρας κα θ τος προφυλάσσει κε πο κρύφθηκαν • διότι παμμίαρος δν θ παύσει ν ζητάει γι ν βρε τος Πιστος Χριστιανούς, σ Γ κα Θάλασσα νομίζοντας, τι θ βασιλεύει γι πάντα στν Γ, κα θ τος ποτάξει λους.
Κα
νομίζει θλιος, τι θ χει τν δύναμη ν ντισταθε κατ τν ρα κείνη τν φοβερή, ταν λθει Κύριος π τν Ορανό, μ ντιλαμβα-νμενος τν σθένεια κα περηφάνειά του, ξ ατίας τς ποίας ξέπεσε.
μως ταράσσει τν Γ, κφοβίζει τ σύμπαντα δι ψευδν μαγικν σημείων. Κατ τν καιρ δ κενο, ταν λθει Δράκων, δν θ πάρχει νεση π τς Γς• λλ θλίψη μεγάλη, ταραχή, κα σύγχυση, θάνατοι, κα πενα ες πάντα τ πέρατα• διότι Ατς Κύριος μν δι το Θείου Ατο στόματος επε, τι «τέτοια δν γιναν π’ ρχς, τς δημιουργίας τς κτίσεως».
μες, ο μαρτωλοί, τί χουμε ν πομε σ λα ατα; Κύριος δωσε τν δική Του ρμηνεία, στ γεγονότα τν καιρν ατν. μως, ς σκεφθε καθένας, πς Κύριος ξ ατίας τς μεγάλης θλίψεως, θ σμικρύνει τν χρόνο, διότι εναι εσπλαχνος κα μς συμβουλεύει λέγοντας: «ν προσεύχεστε ν μ γίνει φυγή σας σ ποχ χειμνα, κα σ μέρα Σαββάτου».
Κα
πάλι: «γρυπνετε πάντοτε παρακαλώντας συνεχς, γι ν μπορέσετε ν ποφύγετε τν θλίψη, ατν τν φοβερν μερν κα ν σταθετε μπρς ες τν Θεό, διότι Ο ΚΑΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΓΓΥΣ».
ς παρακαλέσουμε συνεχς μ δάκρυα κα προσευχς νύκτα κα μέρα, προκόπτοντες (στν ρετ) νώπιον το Θεο δι ν σωθούμε ο μαρτωλοί.
Ἐὰν κάποιος χει δάκρυα κα κατάνυξη, ς δεηθε στν Κύριο, δι ν γλυτώσουμε π τν θλίψη, ποία πρόκειται ν λθει στν Γ• διότι θ γίνονται κατ τόπους πείνα, σεισμοί, κα διάφοροι θάνατοι π τς Γς.
Γενναία θ
εναι ψυχή, ποία θ μπορέσει ν κρατήσει παλλαγμένο τν αυτόν της π ατ τ σκάνδαλα. Διότι ἐὰν βρεθε νθρωπος νά διαφορε λίγο, εκολα πολιορκεται κα γίνεται αχμάλωτος το Δράκοντος το Πονηρο κα Δολίου, κα ατς ερίσκεται συγχώρητος στν κρίση, διότι πίστευσε μέ τήν θέλησή του στν Τύραννο.
Πολλ
ν προσευχν κα δακρύων χουμε νάγκη, γαπητοί, δι ν βρεθομε κλόνητοι στος πειρασμούς. Διότι πολλ εναι τ φαντάσματα, τ ποα γίνονται π τ Θηρίο. 
Καί
πειδ εναι Θεομάχο θέλει λοι ν’ πολεσθομε• διότι τοιοτον τρόπο μεταχειρίζεται Τύραννος, στε λοι ν ΒΑΣΤΑΖΟΥΝ τν ΣΦΡΑΓΙΔΑ του Θηρίου, ταν θ λθει ν’ πατήσει τ σύμπαντα.
Προσέχετε,
δελφοί μου, τν περβολ το Θηρίου• διότι μεταχειρίζεται διάφορα τεχνάσματα πονηρίας.
ρχίζει π τν γαστέρα• στε ταν κάποιος στενοχωρηθε μ χων φαγητά, ναγκασθε ν λάβει τν ΣΦΡΑΓΙΔΑ κείνου• χι ς τυχε σε κάθε μέρος το σώματος, λλά ες τν δεξιά χερα κα ες τ μέτωπο, δι ν μ χει ξουσία νθρωπος ν κάμει μ ατν τ σημεο το Σταυρο, οτε πάλι στ μέτωπο ν σημειώσει τ γιο νομα το Κυρίου. Διότι γνωρίζει θλιος, τι ταν Σταυρς το Κυρίου σφραγισθε π το νθρώπου λύει λη τν δύναμη το χθρο, κα δι τοτο σφραγίζει τν δεξιά το νθρώπου.
Λοιπόν,
δελφοί μου, φρικτς εναι γν ες λους τούς φιλοχρίστους νθρώπους, στε ν μ δειλιάσουμε ως τς ρας το ΘΑΝΑΤΟΥ, κα ν μν λάβουμε τν ΣΦΡΑΓΙΔΑ του, ταν θ τν ΧΑΡΑΣΣΕΙ Δράκων, ντ το Σταυρο το Σωτρος. 
Διότι κάθε τρόπο μεταχειρίζεται,
στε καθόλου ν μν νομάζεται τ νομα το Κυρίου μν κα Σωτρος ες τν καιρ τοτο. Ατ δ κάμνει φοβούμενος κα τρέμων τν γία Δύναμη το Σωτρος μν.
Διότι
ἐὰν κάποιος δν σφραγίζεται μ τν ΣΦΡΑΓΙΔΑ κείνου, δν γίνεται ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ στ φαντάσματα κείνου, οτε Κύριος πομακρύνεται π’ ατόν, λλ τν φωτίζει κα τν σύρει πρς αυτόν. Πρέπει ν ννοήσωμεν, δελφοί, μετ πάσης κριβείας, τι τ φαντάσματα το χθρο εναι ποτρόπαια.
δ Κύριος μν ρχεται μ γαλήνη δι ν’ ποκρούσει δι’ μς τ τεχνάσματα το Θηρίου. Τν στερε ΠΙΣΤΗ το Χριστο ελικρινς βαστάζοντας, θ κάμωμε τν δύναμη το Τυράννου εκλόνιστον. ς ποκτήσωμε λογισμ ΑΜΕΤΑΘΕΤΟ κα ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ, κα τότε πομακρύνεται πό μς σθενς χθρός, μ χων τί ν κάμει.
γ λάχιστος σς παρακαλ, δελφο φιλόχριστοι, ς μ γινώμεθα μαλθακοί, λλ μλλον δυνατο μ τν δύναμη το Χριστο, διότι παραίτητος γνας εναι π θύρας• ς ναλάβωμε λοιπν τήν σπίδα τς Πίστεως.
τοιμοι λοιπν γίνεσθε σάν Πιστο οκέται, νά μ δεχθομε λλον• πειδ κλέπτης κα λάστωρ (μιασμένος) κα σπλαχνος πρόκειται ν λθει ΠΡΩΤΟΣ στούς ρισμένους καιρούς, θά θέλει ν κλέψει, ν θύσει κα νά πολέσει τν κλεκτή ΠΟΙΜΝΗ το ληθινο Ποιμένος Χριστο, κα π τούτω λαμβάνει νθρώπινο σχμα καί ρχεται στ Γ, ναίσχυντος φις.
πειδ Σωτήρ, θέλων ν σώσει τ νθρώπινο Γένος, γεννήθει κ Παρθένου, κα μ σχμα νθρώπου πάτησε τν χθρ μ τν γία Δύναμη τς Θεότητος Του, θέλησε κα ατς ν’ ναλάβει τ διο σχμα δι ν μς πατήσει. δ Κύριος μν θ λθει στ Γ πάνω σέ νεφέλαις φωτεινας, σάν στραπή φοβερή, δ χθρς δν θ λθει έτσι• διότι εναι ποστάτης. Γεννται μέν κριβς πό κόρη μιαρ, λλά δέν σαρκοται τσι. Θ λθει δ Παμμίαρος μ σχμα νθρώπινο σάν κλέπτης, γι ν πατήσει τ σύμπαντα. 
Θ
εναι ταπεινός, συχος, θ μισε τν δικία, θ ποστρέφεται τ εδωλα, θ προτιμ τν Εσέβεια, γαθός, Φιλόπτωχος, Εειδς καθ’ περβολή (πάρα πολ μορφος), Εκατάστατος, λαρς (γεμάτος χαρά) ες λους, θ τιμ πολ τ γένος τν ουδαίων, διότι ατο περιμένουν τν λευσή του. Μεταξ δ λων ατν, θ κτελε σημεα κα τέρατα, φόβητρα μ πολλ ΕΞΟΥΣΙΑ, θ προσπαθε δολίως ν ρέσει σέ λους, γι ν γαπηθε γρήγορα π πολλούς, δν θ λάβει δρα, δν θ λαλήσει μεθ’ μν, θ φαίνεται κατηφής, θ ξαπατ τν κόσμο π τ πρόσχημα τς εταξίας, ως ο βασιλεύσει.
ταν λοιπν δον λαο πολλο κα δμοι τέτοιες ρετές κα δυνάμεις, θ νωθον λοι συγχρόνως μ μία γνώμη, κα μ χαρ μεγάλη τόν νακηρύσσουν Βασιλέα, λέγοντες μεταξ τους: «μήπως ραγε ερίσκεται νθρωπος λλος, τόσο γαθς κα Δίκαιος»; Θ νορθωθε μέσως Βασιλεία του, κα θ νικήσει τρες Βασιλες μεγάλους.
πειτα καρδία του θά γεμίσει περηφάνεια κα θ κδηλώσει Δράκων τν πικρότητά του· ταράσσων τν Οκουμένη κινε τ πέρατα, θλίβει τ σύμπαντα, κα μιαίνει τίς ψυχές. χι πλέον ς ελαβής, λλ πολ αστηρς σέ λα• πότομος, ργίλος, θυμώδης, κατάστατος, φοβερός, ηδής (ηδιαστικς) μισητός, βδελυκτός, νήμερος, λάστωρ, ναιδής, κα θά προσπαθε ν ρίξει στν βόθρο τς σέβειας λο τ νθρώπινο γένος. 
Θα πολλαπλασιάζει τα σημε
α (θαύματα) ψευδς, κα χι ληθς• κα ν παρίσταται πολς λας κα τν πευφημε, βάζει φων δυνατή, στε ν σαλευθε τόπος, π το ποίου στέκονται ο χλοι, λέγων: «Γνωρίσατε λοι ο λαο τν δύναμή μου κα τν ξουσία»• μεταθέτει ρη, κα νάγει νήσους π τν θάλασσα μ πλάνη κα φαντασία κα ν πλαν τν κόσμο κα φαντασιώνει τ σύμπαντα, πολλο θ τόν δοξάζουν κα θ τόν πιστεύσουν, σάν Θε σχυρό. Τότε θ θρηνε δεινς κα θ στενάζει κάθε ψυχή• τότε λοι θ ποφέρουν θλίψη παρηγόρητη, ποία θ τούς κατέχει νύκτα κα μέρα, κα δν θ βρίσκουν πουθενά παρηγορία. 
Τότε τά νήπια θά πεθαίνουν στήν
γκαλιά τν μητέρων, πως καί μητέρα· κα πατέρας, μέ τήν γυναίκα καί τά παιδία του θά πεθαίνουν στίς γορές, κα δν θ πάρχει κανείς ν τούς θάψει σέ μνμα.
π τ πολλά πτώματα, τ ποα θ ρίπτωνται στίς πλατεες, θ πάρχει παντο δυσωδία, ποία θ στενοχωρε πολύ τούς ζντες. Τ πρω λοι θ λέγουν μέ δύνη καί στεναγμούς «πότε θά λθει τό βράδυ, γιά νά ναπαυθομε λίγο». ταν δέ λθει τό πόγευμα, θά λέγουν μέ πικρότατα δάκρυα: «πότε ραγε θ φωτίσει δι ν’ ποφύγουμε τν θλίψη, ποία μς κυριεύει»; Κα δν θ πάρχει τόπος ν φύγει κάποιος κα ν κρυβε, διότι τ πάντα θ ταραχθον, κα θάλασσα κα ξηρά. Δία τοτο μς επε Κύριος «γρηγορετε δεόμενοι διαλείπτως ν διαφύγετε τν θλίψη»• θ εναι δυσωδία σύγχυση, στήν θάλασσα, στήν ξηρά, καί πενα, σεισμοί, φόβητρα πί τς Γς καί στήν θάλασσα. 
Χρυσ
ς πολύς κα ργυρος, κα μεταξωτ ρούχα, λλ λα μάταια σ’ κείνη τήν θλίψη . Κα λοι ο νθρωποι θά μακαρίζουν σους χουν πεθάνει, πρν λθει μεγάλη θλίψη π τς Γς. 
Διότι ρίπτεται κα
χρυσς κα ργυρος στς πλατείας κα κανες δν γγίζει ατά• πειδ λα εναι βδελυκτά.
λοι σπουδάζουν ν διαφύγουν κα ν κρυφτον, λλ πουθεν δν πάρχει τόπος γι ν κρυφτον π τν θλίψη.
Κα
πέρα π τν πενα κα τν θλίψη, κα τόν φόβο, πάρχουν κα τ θηρία κα τ ρπετ πο δαγκώνουν• μέσα φόβος, κα ξω τρόμος κα νύκτα κα μέρα πτώματα κείτονται στς πλατεες. Στς πλατεες δυσωδία, στς οκες πενα κα δίψα• στς πλατεες κλάμματα, στς οκες θόρυβος.
κάθε νας μ κλάμματα συναντ τν λλο• πατέρας τ παιδί, κα υἱὸς τν πατέρα, μητέρα τν θυγατέρα• ο φίλοι μ τος φίλους κα ο δελφο μ τος δελφος ναγκαλίζονται καί πεθαίνουν. Μαράθηκε κα μορφία το προσώπου κάθε σάρκας. Κα γίνονται ο μορφς τν νθρώπων σν νεκρο. Γίνεται βδελυκτ κα μισητ μορφία τν γυναικν· θ μαραθε κάθε σάρκα, κα πιθυμία πό τούς νθρώπους.
Κα
λοι, σοι πείσθησαν στ φοβερ Θηρίο, κα λαβαν τν ΣΦΡΑΓΙΔΑ του, προστρέχοντας πρς ατν θ λέγουν μέ δύνη: «Δός μας ν φμε κα ν πιομε, διότι λοι πεθαίνουμε τς πείνας, κα διξε π μς τ δηλητηριώδη θηρία». Κα θλιος τούς ποκρίνεται πολ πότομα λέγοντας: «π πο ν βρ κα ν σς δώσω ν φτε κα ν πιετε, νθρωποι, ορανς ρνεται ν βρέξει στν Γ• κα Γ πάλι δν πέδωσε καρπούς, στν ποχ το θερισμο». κούοντας ατ ο λαοί, θ πενθον κα θ κλαίουν, χωρς παρηγορία, διότι τόσο πρόθυμα πίστευσαν σ’ να Τύραννο, ποος οτε τν αυτόν του δν μπορε ν βοήθησει, πόσο μλλον ατούς; κενες τς μέρες θ γίνει μεγάλη νάγκη καί στενοχώρια ξ ατίας το Δράκοντος, κα το φόβου, κα το σεισμο, κα το χου τς Θαλάσσης, κα τς πενας, κα τς δίψας, κα τν δαγκωμάτων τν θηρίων.
Κα
λοι, σοι λαβαν τν ΣΦΡΑΓΙΔΑ το ντιχρίστου, κα τν Προσκύνησαν σν Θεό, δν θ χουν θέση στν Βασιλεία το Χριστο, λλ μαζ μ τν Δράκοντα θ πεταχτον στν γέεννα. 
Μακάριος
ποιος βρεθε Πανάγιος κα Πάμπιστος, κα χων δοσμένη τν καρδία του στν Θε διστάκτως• διότι φόβως θ ποκρούσει τς ρωτήσεις το Πονηρο, καταφρονών κα τ βασανιστήρια, κα τς φαντασίες του.
Πρ
ν δ γίνουν λα ατά, θ’ ποστείλει Κύριος, λία τν Θεσβίτη κα τν νώχ, ς εσπλαχνος, γι ν παρακινήσουν σ εσέβεια τ γένος τν νθρώπων, κα ν κηρύξουν μ θάρρος τν Θεογνωσία σέ λους τούς νθρώπους, γι ν μ πιστεύσουν στν Τύραννο π ΦΟΒΟ, κα θ λένε:
«Πλάνος ε
ναι, νθρωποι, κανες ς μ πιστεύσει σέ ατόν, οτε ν πακούσει στν Θεομάχο• ς μ φοβηθε κανες σας, διότι γρήγορα θ φανισθε. δο ρχεται Κύριος ξ Ορανο, γι ν κρίνει λους, σοι πείσθησαν ες τ σημεα ατο»• λλ’ λίγοι εναι τότε ατο πο θ πακούσουν, κα θ πιστεύσουν στ κήρυγμα τν Προφητν.
Τα
τα δ κάνει Σωτήρας, γι ν δείξει τν μεγάλη του φιλανθρωπία• τι, οτε κατ τν καιρ κενο δν φήνει τ γένος τν νθρώπων χωρς κήρυγμα, γι ν εναι λοι ναπολόγητοι στν κρίση.
Πολλο
δ τν γίων, σοι τότε θ βρεθούν ες τν λευση το μιαρο, θα χύνουν ποταμηδν τ δάκρυα μετ στεναγμν πρς τν γιο Θε, γι ν λυτρωθον π τν Δράκοντα• κα φεύγουν μετ μεγάλης σπουδς στίς ρήμους, κα κρύπτονται στ ρη, κα τ σπήλαια μέ φόβο• κα πασπαλίζουν χμα κα στάχτη τά κεφάλια τους, παρακαλοντες νύκτα κα μέρα μέ πολλή ταπείνωση. Κα γιος Θες θά τούς χαρίσει τοτο• δηλαδ τούς δηγε χάρις Του σέ ρισμένους τόπους, κα ΣΩΖΟΝΤΑΙ κρυπτόμενοι στίς πές κα τ σπήλαια μ βλέποντας τ σημεα κα τ φόβητρα το ντιχρίστου.
Διότι
λευσή του γίνεται γνωστ στος χοντες τν νο προσηλωμένο ες τ νω• ες δ τος χοντες τν νο σέ ΒΙΩΤΙΚΑ πράγματα, κα ποθοντας τ γήινα, δν θ γίνει φανερ τοτο. Διότι ποιος εναι δεμένος πάντοτε σέ ΒΙΩΤΙΚΑ πράγματα, κα ν κούσει, πιστε, κα ποστρέφεται τν λέγοντα. Ο δ γιοι θά νδυναμωθον, διότι πάντοτε ΑΠΕΡΡΙΨΑΝ τν ΜΕΡΙΜΝΑ το ΒΙΟΥ τούτου.
Τότε πενθε
πσα Γ κα θάλασσα• κα έρας πενθε, συγχρόνως δ κα τ γρια ζα, μετ τν πετεινν το Ορανο• πενθον ρη κα βουνά, κα τ δένδρα τν πεδιάδων• πενθον δ κα ο φωστρες το Ορανο γι τ γένος τν νθρώπων, τι λοι ξέκλιναν π το γίου Θεο, κα πισπεύσαν στν Πλάνο, καί δέχθηκαν τ ΣΗΜΕΙΟ το μιαρο κα Θεομάχου, ντ το Ζωοποιο Σταυρο το Σωτρος. Πενθε Γ κα θάλασσα, διότι αφνιδίως κατέπαυσε φων τς ψαλμωδίας κα τς προσευχς κ στόματος νθρώπου. Πενθον λες ο κκλησίες το Χριστο πένθος μέγα• διότι δν λειτουργεται γιασμς κα Προσφορά.
ταν λοιπν συμπληρωθον ο τρες καιρο κα μισυς τς ξουσίας κα πράξεως το μιαρο, κα ταν κπληρωθον τ σκάνδαλα λης τς Γς, θ λθει π τέλους Κύριος, σάν στραπ στράπτων ξ Ορανο, γιος κα χραντος κα Φοβερς κα νδοξος Θες μν, μετ δόξης κατανοήτου, προτρεχόντων νώπιoν τς δόξης Ατο τν ταγμάτων τν γγέλων κα ρχαγγέλων, ο ποοι εναι λοι φλόγες πυρός, κα ποταμς πλήρης πυρς μέ φοβερή νεμοζάλη. Τ Χερουβεμ χοντα τό βλέμμα κάτω, κα τ Σεραφεμ πτάμενα κα κρύπτοντα τ πρόσωπα κα τούς πόδες, στίς πύρινες πτέρυγες, θά κράζουν μέ φρίκη «γείρεστε ο κοιμώμενοι. δού, λθεν Νυμφίος». νοίγονται δ τ μνήματα, κα ν ριπ φθαλμο γείρονται λες ο φυλς τς Γς, κα βλέπουν τ κάλλος τ γιον το Νυμφίου• κα μύριαι μυριάδες, κα χίλιαι χιλιάδες γγέλων κα ρχαγγέλων, κα ναρίθμητες στρατιές, χαίρουν χαρ μεγάλη, γιοι δ κα Δίκαιοι κα λοι, σοι δν λαβαν τν ΣΦΡΑΓΙΔΑ το Δράκοντος κα σεβος, γάλλονται. Κα δηγεται Τύραννος δεμένος π γγέλων, μ λους τούς Δαίμονες νώπιον το Βήματος• κα ο λαβόντες τν ΣΦΡΑΓΙΔΑ του, κα λοι ο σεβες κα μαρτωλο δεμένοι• κα δίδει Βασιλες τν κατ’ ατν ΑΠΟΦΑΣΗ τς καταδίκης ες τ ΠΥΡ τ σβεστον.
Όλοι δ
ο μ λαβόντες τν ΣΦΡΑΓΙΔΑ το ντιχρίστου, κα ο στά σπήλαια, χαίρονται μέ τόν Νυμφίο στν Νυμφικ θάλαμο τν Αώνιο κα Οράνιο, μέ λους τούς γίους, ες τούς περάντους αἰῶνες τν αώνων. μήν!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου